χαρτοσημαίνω
•
- βάζω χαρτόσημο σε έγγραφο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαρτοσημαίνω < χαρτόσημ(ον) + -αίνω. Μορφολογικά, χαρτο- + σημαίνω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χαρτοσημαίνω | χαρτοσημαίνεις | χαρτοσημαίνει | χαρτοσημαίνουμε | χαρτοσημαίνετε | χαρτοσημαίνουν / χαρτοσημαίνουνε |
| Παρατατικός | χαρτοσήμαινα | χαρτοσήμαινες | χαρτοσήμαινε | χαρτοσημαίναμε | χαρτοσημαίνατε | χαρτοσήμαιναν / χαρτοσημαίναν / χαρτοσημαίνανε |
| Αόριστος | χαρτοσήμανα | χαρτοσήμανες | χαρτοσήμανε | χαρτοσημάναμε | χαρτοσημάνατε | χαρτοσήμαναν / χαρτοσημάναν / χαρτοσημάνανε |
| Μέλλοντας | θα χαρτοσημάνω / θα χαρτοσημαίνω | θα χαρτοσημάνεις / θα χαρτοσημαίνεις | θα χαρτοσημάνει / θα χαρτοσημαίνει | θα χαρτοσημάνουμε / θα χαρτοσημαίνουμε | θα χαρτοσημάνετε / θα χαρτοσημαίνετε | θα χαρτοσημάνουν / θα χαρτοσημάνουνε / θα χαρτοσημαίνουν / θα χαρτοσημαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω χαρτοσημάνει | έχεις χαρτοσημάνει | έχει χαρτοσημάνει | έχουμε χαρτοσημάνει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χαρτοσημάνει | είχες χαρτοσημάνει | είχε χαρτοσημάνει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χαρτοσημάνει / να χαρτοσημάνω / να χαρτοσημαίνω | να έχεις χαρτοσημάνει / να χαρτοσημάνεις / να χαρτοσημαίνεις | να έχει χαρτοσημάνει / να χαρτοσημάνει / να χαρτοσημαίνει | να έχουμε χαρτοσημάνει / να χαρτοσημάνουμε / να χαρτοσημαίνουμε | να χαρτοσημάνετε / να χαρτοσημαίνετε | να χαρτοσημάνουν / να χαρτοσημάνουνε / να χαρτοσημαίνουν / να χαρτοσημαίνουνε |
| Προστακτική | — | έχε χαρτοσημασμένο / χαρτοσήμαινε / χαρτοσήμανε | — | — | χαρτοσημάνετε / χαρτοσημαίνετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
χαρτοσημάνθηκαχαρτοσημαίνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →