Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χασικλής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. μειωτικόο συστηματικός χασισοπότης, αυτός που κάνει συχνή χρήση έως κατάχρηση χασίς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χασικλής < χασί(ς) + κ + -λής κατά το θεριακλ-ής: χασικλ- + -ής < τουρκική haşiş < αραβική حشيش (ḥašīš)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχασικλήςχασικλήδες
Γενικήχασικλήχασικλήδων
Αιτιατικήχασικλήχασικλήδες
Κλητικήχασικλήχασικλήδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →