Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χατίρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. χάρη Βικιλεξικό
    • Τέλος, δε χαλούσε χατίρι σε κανέναν, εξυπηρετούσε όχι μόνο το χωριό αλλά και τα γυροχώριουλα, και το τεφτέρι του ήτανε συνεχώς γεμάτο βερεσέδια. (Το χαρκιδιό: Ένας παραδοσιακός θησαυρός του Εμμανουήλ Φωτάκη, neakriti.gr, 21/09/2020 https://www.neakriti.gr/politismos/1589988_harkidio-enas-paradosiakos-thisayros-toy-emmanoyil-fotaki)
  2. μεροληπτική συμπεριφορά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χατίρι < (άμεσο δάνειο) τουρκική hatır "χάρη" < αραβική خاطر (χātir)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχατίριχατίρια
Γενικήχατιριούχατιριών
Αιτιατικήχατίριχατίρια
Κλητικήχατίριχατίρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →