χειμωνιάτικος
•
- ο σχετικός με το χειμώνα ή με το κρύο Βικιλεξικό
- χειμωνιάτικος καιρός, χειμωνιάτικα ρούχα
- σε αντιδιαστολή προς κάτι λιγότερο ζεστό Βικιλεξικό
- Βάλε μια χειμωνιάτικη κουβέρτα γιατί αυτή είναι λεπτή, δεν θα σε πιάσει
Ετυμολογία
χειμωνιάτικος < χειμώνας
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χειμωνιάτικος | χειμωνιάτικη | χειμωνιάτικο |
| Γενική | χειμωνιάτικου | χειμωνιάτικης | χειμωνιάτικου |
| Αιτιατική | χειμωνιάτικο | χειμωνιάτικη | χειμωνιάτικο |
| Κλητική | χειμωνιάτικε | χειμωνιάτικη | χειμωνιάτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χειμωνιάτικοι | χειμωνιάτικες | χειμωνιάτικα |
| Γενική | χειμωνιάτικων | χειμωνιάτικων | χειμωνιάτικων |
| Αιτιατική | χειμωνιάτικους | χειμωνιάτικες | χειμωνιάτικα |
| Κλητική | χειμωνιάτικοι | χειμωνιάτικες | χειμωνιάτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →