Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χειμερινός

/çi.me.ɾiˈnos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τον χειμώνα και το ψύχος Βικιλεξικό
    • χειμερινό ωράριο, χειμερινό ηλιοστάσιο (αλλά χειμωνιάτικο ντύσιμο, χειμωνιάτικος καιρός)
    • χειμερινή στολή
    • Οι εκπτώσεις στην Ελλάδα είναι θεσμοθετημένες, διακρίνονται σε χειμερινές και θερινές, με τις ακόλουθες ( συνήθως) περιόδους ισχύος: χειμερινές εκπτώσεις: μέσα Ιανουαρίου – τέλος Φεβρουαρίου θερινές εκπτώσεις: μέσα Ιουλίου – τέλος Αυγούστου. (Αναθεωρηθείς Δείκτης Τιμών Καταναλωτού, Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, 2009, σελ. 24)

Ετυμολογία

χειμερινός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χειμερινός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχειμερινόςχειμερινήχειμερινό
Γενικήχειμερινούχειμερινήςχειμερινού
Αιτιατικήχειμερινόχειμερινήχειμερινό
Κλητικήχειμερινέχειμερινήχειμερινό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχειμερινοίχειμερινέςχειμερινά
Γενικήχειμερινώνχειμερινώνχειμερινών
Αιτιατικήχειμερινούςχειμερινέςχειμερινά
Κλητικήχειμερινοίχειμερινέςχειμερινά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →