Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χειράφετος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει χειραφετηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χειράφετος < ελληνιστική κοινή χειράφετος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχειράφετοςχειράφετηχειράφετο
Γενικήχειράφετουχειράφετηςχειράφετου
Αιτιατικήχειράφετοχειράφετηχειράφετο
Κλητικήχειράφετεχειράφετηχειράφετο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχειράφετοιχειράφετεςχειράφετα
Γενικήχειράφετωνχειράφετωνχειράφετων
Αιτιατικήχειράφετουςχειράφετεςχειράφετα
Κλητικήχειράφετοιχειράφετεςχειράφετα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →