χειράφετος
•
- λόγιοπου έχει χειραφετηθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χειράφετος < ελληνιστική κοινή χειράφετος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χειράφετος | χειράφετη | χειράφετο |
| Γενική | χειράφετου | χειράφετης | χειράφετου |
| Αιτιατική | χειράφετο | χειράφετη | χειράφετο |
| Κλητική | χειράφετε | χειράφετη | χειράφετο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χειράφετοι | χειράφετες | χειράφετα |
| Γενική | χειράφετων | χειράφετων | χειράφετων |
| Αιτιατική | χειράφετους | χειράφετες | χειράφετα |
| Κλητική | χειράφετοι | χειράφετες | χειράφετα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →