αχειραφέτητος
•
- που δεν έχει χειραφετηθεί Βικιλεξικό
- Ο Έκαρτ κι η Ίνγκε θεωρούσαν ότι ήταν προσκεκλημένοι υπερβολικά πολλοί άνθρωποι, το δυτικογερμανικό σόι αντιθέτως έβρισκε το πάρτι υπερβολικά λιτό, η Δύση έβρισκε τις ανατολικογερμανίδες φίλες της Γκούντρουν δουλικές και αχειραφέτητες, […]
Ετυμολογία
αχειραφέτητος μαρτυρείται από το 1890 στην εφημερίδα Ακρόπολις (ἀχειραφέτητος)< α- (στερητικό) + χειραφετώ + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αχειραφέτητος | αχειραφέτητη | αχειραφέτητο |
| Γενική | αχειραφέτητου | αχειραφέτητης | αχειραφέτητου |
| Αιτιατική | αχειραφέτητο | αχειραφέτητη | αχειραφέτητο |
| Κλητική | αχειραφέτητε | αχειραφέτητη | αχειραφέτητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αχειραφέτητοι | αχειραφέτητες | αχειραφέτητα |
| Γενική | αχειραφέτητων | αχειραφέτητων | αχειραφέτητων |
| Αιτιατική | αχειραφέτητους | αχειραφέτητες | αχειραφέτητα |
| Κλητική | αχειραφέτητοι | αχειραφέτητες | αχειραφέτητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →