χειραφετημένος
•
- για άτομοπου έχει χειραφετηθεί, είναι πλέον ανεξάρτητο ενώ δεν ήταν, που έχει γίνει αυτόνομο και ελεύθερο να ενεργεί κατά βούληση, που έχει ελευθερωθεί από εξαρτήσεις ή κηδεμονία, που έχει πλήρη δικαιώματα Βικιλεξικό
- για αφηρημένες έννοιεςπου έχει ανεξαρτοποιηθεί, έχει αυτονομηθεί (π.χ. η εξωτερική πολιτική μιας χώρας, ο δήμος από το κράτος κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χειραφετημένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χειραφετώ
Άλλοι τύποι
χειραφετημέναχειραφετημένεχειραφετημένεςχειραφετημένηχειραφετημένηςχειραφετημένοχειραφετημένοιχειραφετημένοςχειραφετημένουχειραφετημένουςχειραφετημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →