Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χειραφετημένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. για άτομοπου έχει χειραφετηθεί, είναι πλέον ανεξάρτητο ενώ δεν ήταν, που έχει γίνει αυτόνομο και ελεύθερο να ενεργεί κατά βούληση, που έχει ελευθερωθεί από εξαρτήσεις ή κηδεμονία, που έχει πλήρη δικαιώματα Βικιλεξικό
  2. για αφηρημένες έννοιεςπου έχει ανεξαρτοποιηθεί, έχει αυτονομηθεί (π.χ. η εξωτερική πολιτική μιας χώρας, ο δήμος από το κράτος κ.λπ.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χειραφετημένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χειραφετώ

Άλλοι τύποι

χειραφετημέναχειραφετημένεχειραφετημένεςχειραφετημένηχειραφετημένηςχειραφετημένοχειραφετημένοιχειραφετημένοςχειραφετημένουχειραφετημένουςχειραφετημένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →