Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χειρομαλακτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει σχέση με χειρομάλαξη ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χειρομαλακτικός < χειρομαλάσσω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχειρομαλακτικόςχειρομαλακτικήχειρομαλακτικό
Γενικήχειρομαλακτικούχειρομαλακτικήςχειρομαλακτικού
Αιτιατικήχειρομαλακτικόχειρομαλακτικήχειρομαλακτικό
Κλητικήχειρομαλακτικέχειρομαλακτικήχειρομαλακτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχειρομαλακτικοίχειρομαλακτικέςχειρομαλακτικά
Γενικήχειρομαλακτικώνχειρομαλακτικώνχειρομαλακτικών
Αιτιατικήχειρομαλακτικούςχειρομαλακτικέςχειρομαλακτικά
Κλητικήχειρομαλακτικοίχειρομαλακτικέςχειρομαλακτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →