χειρομαλακτικός
•
- λόγιοπου έχει σχέση με χειρομάλαξη ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χειρομαλακτικός < χειρομαλάσσω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χειρομαλακτικός | χειρομαλακτική | χειρομαλακτικό |
| Γενική | χειρομαλακτικού | χειρομαλακτικής | χειρομαλακτικού |
| Αιτιατική | χειρομαλακτικό | χειρομαλακτική | χειρομαλακτικό |
| Κλητική | χειρομαλακτικέ | χειρομαλακτική | χειρομαλακτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χειρομαλακτικοί | χειρομαλακτικές | χειρομαλακτικά |
| Γενική | χειρομαλακτικών | χειρομαλακτικών | χειρομαλακτικών |
| Αιτιατική | χειρομαλακτικούς | χειρομαλακτικές | χειρομαλακτικά |
| Κλητική | χειρομαλακτικοί | χειρομαλακτικές | χειρομαλακτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →