Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χειρότερος

/çiˈɾo.te.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. συγκριτικός βαθμός του κακός: περισσότερο κακός, δυσάρεστος, δύσκολος κ.λπ. από κάποιον άλλο Βικιλεξικό
    • Ο Γιάννης είναι χειρότερος μαθητής από το Γιώργο.
  2. με άρθρο, σχετικός υπερθετικός του κακός Βικιλεξικό
    • Ο Γιάννης είναι ο χειρότερος μαθητής της τάξης του.

Ετυμολογία

χειρότερος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χειρότερος ή αρχαία ελληνική χειρότερος, επικός τύπος του χείρ(ων) (συγκριτικός του κακός) + κατάληξη -ότερος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχειρότεροςχειρότερηχειρότερο
Γενικήχειρότερουχειρότερηςχειρότερου
Αιτιατικήχειρότεροχειρότερηχειρότερο
Κλητικήχειρότερεχειρότερηχειρότερο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχειρότεροιχειρότερεςχειρότερα
Γενικήχειρότερωνχειρότερωνχειρότερων
Αιτιατικήχειρότερουςχειρότερεςχειρότερα
Κλητικήχειρότεροιχειρότερεςχειρότερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →