χειρότερος
•
- συγκριτικός βαθμός του κακός: περισσότερο κακός, δυσάρεστος, δύσκολος κ.λπ. από κάποιον άλλο Βικιλεξικό
- Ο Γιάννης είναι χειρότερος μαθητής από το Γιώργο.
- με άρθρο, σχετικός υπερθετικός του κακός Βικιλεξικό
- Ο Γιάννης είναι ο χειρότερος μαθητής της τάξης του.
Ετυμολογία
χειρότερος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χειρότερος ή αρχαία ελληνική χειρότερος, επικός τύπος του χείρ(ων) (συγκριτικός του κακός) + κατάληξη -ότερος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χειρότερος | χειρότερη | χειρότερο |
| Γενική | χειρότερου | χειρότερης | χειρότερου |
| Αιτιατική | χειρότερο | χειρότερη | χειρότερο |
| Κλητική | χειρότερε | χειρότερη | χειρότερο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χειρότεροι | χειρότερες | χειρότερα |
| Γενική | χειρότερων | χειρότερων | χειρότερων |
| Αιτιατική | χειρότερους | χειρότερες | χειρότερα |
| Κλητική | χειρότεροι | χειρότερες | χειρότερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →