Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χελωνίτσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ζωολογίαυποκοριστικό του χελώνα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χελωνίτσα < χελώνα + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχελωνίτσαχελωνίτσες
Γενικήχελωνίτσας—
Αιτιατικήχελωνίτσαχελωνίτσες
Κλητικήχελωνίτσαχελωνίτσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →