χερσόνησος
•
- γεωγραφίατμήμα ξηράς, μικρής ή μεγάλης έκτασης, που εισχωρεί μέσα στη θάλασσα με συνέπεια να βρέχεται απ΄ αυτή από τρεις πλευρές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χερσόνησος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χερσόνησος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χερσόνησος | χερσόνησοι |
| Γενική | χερσονήσου | χερσονήσων |
| Αιτιατική | χερσόνησο | χερσονήσους |
| Κλητική | χερσόνησε / χερσόνησο | χερσόνησοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →