Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χερσόνησος

/çeɾˈso.ni.sos/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γεωγραφίατμήμα ξηράς, μικρής ή μεγάλης έκτασης, που εισχωρεί μέσα στη θάλασσα με συνέπεια να βρέχεται απ΄ αυτή από τρεις πλευρές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χερσόνησος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χερσόνησος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχερσόνησοςχερσόνησοι
Γενικήχερσονήσουχερσονήσων
Αιτιατικήχερσόνησοχερσονήσους
Κλητικήχερσόνησε / χερσόνησοχερσόνησοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →