χέρσος
•
- που δεν έχει καλλιεργηθεί ή δεν μπορεί να καλλιεργηθεί Βικιλεξικό
- Η μόνη περιουσία που έχει είναι ένα χέρσο χωράφι που δεν αξίζει τίποτε.
- Τα χωράφια έμοιαζαν χέρσα, εξαιτίας της εκτεταμένης αγρανάπαυσης, με την οποία οι αγρότες πάσχιζαν να βελτιώσουν τις αποδόσεις τους.
Ετυμολογία
χέρσος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χέρσος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χέρσος | χέρσα | χέρσο |
| Γενική | χέρσου | χέρσας | χέρσου |
| Αιτιατική | χέρσο | χέρσα | χέρσο |
| Κλητική | χέρσε | χέρσα | χέρσο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χέρσοι | χέρσες | χέρσα |
| Γενική | χέρσων | χέρσων | χέρσων |
| Αιτιατική | χέρσους | χέρσες | χέρσα |
| Κλητική | χέρσοι | χέρσες | χέρσα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →