Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χθόνιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που ανήκει στη γη, που βρίσκεται ή κατοικεί μέσα στη γη ή κάτω από αυτή Βικιλεξικό
  2. ο σχετικός με τον κάτω κόσμο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χθόνιος < αρχαία ελληνική χθόνιος < χθων (γη)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχθόνιοςχθόνιαχθόνιο
Γενικήχθόνιουχθόνιαςχθόνιου
Αιτιατικήχθόνιοχθόνιαχθόνιο
Κλητικήχθόνιεχθόνιαχθόνιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχθόνιοιχθόνιεςχθόνια
Γενικήχθόνιωνχθόνιωνχθόνιων
Αιτιατικήχθόνιουςχθόνιεςχθόνια
Κλητικήχθόνιοιχθόνιεςχθόνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →