χιονιάς
•
- μετεωρολογίαπολύ παγωμένος καιρός που συνοδεύεται από χιόνι ή που πιθανά θα φέρει χιόνι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χιονιάς < χιονι(ά) + -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χιονιάς | χιονιάδες |
| Γενική | χιονιά | χιονιάδων |
| Αιτιατική | χιονιά | χιονιάδες |
| Κλητική | χιονιά | χιονιάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →