χιουμορίστας
•
- το άτομο που διαθέτει πνεύμα, χιούμορ και προκαλεί στους γύρω του καλή διάθεση με έξυπνα αστεία Βικιλεξικό
- σε επιθετική λειτουργία: Βικιλεξικό
- ο χιουμορίστας συγγραφέας
Ετυμολογία
χιουμορίστας < χιουμορ(ιστής) + -ίστας, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική humourist < humour + -ist (χιούμορ + -ίστας)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χιουμορίστας | χιουμορίστες |
| Γενική | χιουμορίστα | χιουμοριστών |
| Αιτιατική | χιουμορίστα | χιουμορίστες |
| Κλητική | χιουμορίστα | χιουμορίστες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →