χιουμοριστικός
•
- σχετικός με το χιούμορ Βικιλεξικό
- που εκφράζει κάτι με χιούμορ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χιουμοριστικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χιουμοριστικός | χιουμοριστική | χιουμοριστικό |
| Γενική | χιουμοριστικού | χιουμοριστικής | χιουμοριστικού |
| Αιτιατική | χιουμοριστικό | χιουμοριστική | χιουμοριστικό |
| Κλητική | χιουμοριστικέ | χιουμοριστική | χιουμοριστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χιουμοριστικοί | χιουμοριστικές | χιουμοριστικά |
| Γενική | χιουμοριστικών | χιουμοριστικών | χιουμοριστικών |
| Αιτιατική | χιουμοριστικούς | χιουμοριστικές | χιουμοριστικά |
| Κλητική | χιουμοριστικοί | χιουμοριστικές | χιουμοριστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →