Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χιουμοριστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με το χιούμορ Βικιλεξικό
  2. που εκφράζει κάτι με χιούμορ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χιουμοριστικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχιουμοριστικόςχιουμοριστικήχιουμοριστικό
Γενικήχιουμοριστικούχιουμοριστικήςχιουμοριστικού
Αιτιατικήχιουμοριστικόχιουμοριστικήχιουμοριστικό
Κλητικήχιουμοριστικέχιουμοριστικήχιουμοριστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχιουμοριστικοίχιουμοριστικέςχιουμοριστικά
Γενικήχιουμοριστικώνχιουμοριστικώνχιουμοριστικών
Αιτιατικήχιουμοριστικούςχιουμοριστικέςχιουμοριστικά
Κλητικήχιουμοριστικοίχιουμοριστικέςχιουμοριστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →