Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χιόνωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοποσότητα χιονιού Βικιλεξικό
    • Οι πίστες αὐτὲς λόγῳ τοῦ ὑψομέτρου, διατηροῦν τὴν χιόνωση – προϋπόθεση βασική γιά προγραμματισμὸ ἐκδρομῶν ἀγώνων καὶ προπονήσεων ἀπὸ τὸν Δεκέμβριο μέχρι τὸ τέλος Μαΐου, ἐνῶ τὴν ἴδια ἐποχὴ καὶ κυρίως τοὺς μῆνες τῆς ἀνοίξεως, στὰ ἄλλα βουνά, ὑπάρχουν μόνον ... λουλούδια.
    • Η τεχνητή χιόνωση αποτελεί μια πρακτική που βοηθά στην ενίσχυση του υπάρχοντος χιονιού και κατ' επέκταση την καλύτερη λειτουργία των Χιονοδρομικών Κέντρων, όταν οι καιρικές συνθήκες δεν επιτρέπουν το φυσικό χιόνι. Η παραγωγή του γίνεται με την λειτουργία ειδικών κανονιών, απαιτεί μεγάλες ποσότητες νερού, ισχυρά αντλιοστάσια, δίκτυο σωλήνων και ηλεκτρισμό.

Ετυμολογία

χιόνωση < χιόν(ι) + -ωση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχιόνωσηχιονώσεις
Γενικήχιόνωσηςχιονώσεων
Αιτιατικήχιόνωσηχιονώσεις
Κλητικήχιόνωσηχιονώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →