χλοοκοπτικός
•
- που έχει σχέση με τη χλοοκοπή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοχλοοκοπτική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χλοοκοπτικός < χλοοκοπή + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χλοοκοπτικός | χλοοκοπτική | χλοοκοπτικό |
| Γενική | χλοοκοπτικού | χλοοκοπτικής | χλοοκοπτικού |
| Αιτιατική | χλοοκοπτικό | χλοοκοπτική | χλοοκοπτικό |
| Κλητική | χλοοκοπτικέ | χλοοκοπτική | χλοοκοπτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χλοοκοπτικοί | χλοοκοπτικές | χλοοκοπτικά |
| Γενική | χλοοκοπτικών | χλοοκοπτικών | χλοοκοπτικών |
| Αιτιατική | χλοοκοπτικούς | χλοοκοπτικές | χλοοκοπτικά |
| Κλητική | χλοοκοπτικοί | χλοοκοπτικές | χλοοκοπτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →