Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χλοοκοπτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη χλοοκοπή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοχλοοκοπτική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χλοοκοπτικός < χλοοκοπή + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχλοοκοπτικόςχλοοκοπτικήχλοοκοπτικό
Γενικήχλοοκοπτικούχλοοκοπτικήςχλοοκοπτικού
Αιτιατικήχλοοκοπτικόχλοοκοπτικήχλοοκοπτικό
Κλητικήχλοοκοπτικέχλοοκοπτικήχλοοκοπτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχλοοκοπτικοίχλοοκοπτικέςχλοοκοπτικά
Γενικήχλοοκοπτικώνχλοοκοπτικώνχλοοκοπτικών
Αιτιατικήχλοοκοπτικούςχλοοκοπτικέςχλοοκοπτικά
Κλητικήχλοοκοπτικοίχλοοκοπτικέςχλοοκοπτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →