Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χλωμός

/xloˈmos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. συνηθισμένη γραφή του χλομός Βικιλεξικό
    • Στην Αθήνα την εποχή εκείνη το επάγγελμά μου δεν μπορούσες να το εξασκήσεις παρά με τον πιο εξευτελιστικό τρόπο. Η πιο συνηθισμένη δουλειά ήταν να ξετρυπώνω παράνομα ζευγάρια σε ξενοδοχεία ή γκαρσονιέρες, […] Έπρεπε να έχεις σκληρή καρδιά γι' αυτή τη δουλειά. Αλλά η καρδιά μου είχε σκληρύνει πια αρκετά, και την έκανα χωρίς δεύτερη σκέψη - να τους σέρνω, χλωμούς κι αλλόφρονες, τσιτσίδι κάτω από ένα πρόχειρο σεντόνι ή κουβέρτα, τρέμοντας και κλαίγοντας ή βρίζοντάς μας ή τάζοντας λαγούς με πετραχήλια αν τους αφήναμε.

Ετυμολογία

χλωμός < χλομός, με παρετυμολογική σύνδεση προς το «χλωρός»

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχλωμόςχλωμήχλωμό
Γενικήχλωμούχλωμήςχλωμού
Αιτιατικήχλωμόχλωμήχλωμό
Κλητικήχλωμέχλωμήχλωμό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχλωμοίχλωμέςχλωμά
Γενικήχλωμώνχλωμώνχλωμών
Αιτιατικήχλωμούςχλωμέςχλωμά
Κλητικήχλωμοίχλωμέςχλωμά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →