χνουδιάζω
•
- βγάζω χνούδι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χνουδιάζω < χνούδι + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χνουδιάζω | χνουδιάζεις | χνουδιάζει | χνουδιάζουμε | χνουδιάζετε | χνουδιάζουν / χνουδιάζουνε |
| Παρατατικός | χνούδιαζα | χνούδιαζες | χνούδιαζε | χνουδιάζαμε | χνουδιάζατε | χνουδιάζαν / χνουδιάζανε / χνούδιαζαν |
| Αόριστος | χνούδιασα | χνούδιασες | χνούδιασε | χνουδιάσαμε | χνουδιάσατε | χνουδιάσαν / χνουδιάσανε / χνούδιασαν |
| Μέλλοντας | θα χνουδιάζω / θα χνουδιάσω | θα χνουδιάζεις / θα χνουδιάσεις | θα χνουδιάζει / θα χνουδιάσει | θα χνουδιάζουμε / θα χνουδιάσουμε | θα χνουδιάζετε / θα χνουδιάσετε | θα χνουδιάζουν / θα χνουδιάζουνε / θα χνουδιάσουν / θα χνουδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χνουδιάσει | έχεις χνουδιάσει | έχει χνουδιάσει | έχουμε χνουδιάσει | έχετε χνουδιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χνουδιάσει | είχες χνουδιάσει | είχε χνουδιάσει | είχαμε χνουδιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χνουδιάσει / να χνουδιάζω / να χνουδιάσω | να έχεις χνουδιάσει / να χνουδιάζεις / να χνουδιάσεις | να έχει χνουδιάσει / να χνουδιάζει / να χνουδιάσει | να έχουμε χνουδιάσει / να χνουδιάζουμε / να χνουδιάσουμε | να έχετε χνουδιάσει / να χνουδιάζετε / να χνουδιάσετε | να χνουδιάζουν / να χνουδιάζουνε / να χνουδιάσουν / να χνουδιάσουνε |
| Προστακτική | — | χνούδιαζε / χνούδιασε | — | — | χνουδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
χνουδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →