χνούδι
•
- μάλλινη ή βαμβακερή τριχούλα στην επιφάνεια υφάσματος Βικιλεξικό
- προεξέχουσες στη επιφάνεια ένδυμάτων (κυρίως πλεκτών) ίνες, που εμφανίζονται εξαιτίας της παλαιότητας, της συχνής χρήσης ή της κακής ποιότητας του ενδύματος Βικιλεξικό
- ανατομίαλεπτό τρίχωμα που καλύπτει την επιφάνεια του δέρματος ανθρώπων ή άλλων θηλαστικών Βικιλεξικό
- ανατομίαλεπτό τρίχωμα που φύεται στο πρόσωπο εφήβων Βικιλεξικό
- λεπτό τρίχωμα που καλύπτει το σώμα νεοσσών Βικιλεξικό
- βοτανικήλεπτό τρίχωμα που καλύπτει τους καρπούς και τα φύλλα κάποιων φυτών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χνούδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χνούδι(ν) < (ελληνιστική κοινή) *χνούδιον < αρχαία ελληνική χνόος / χνοῦς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χνούδι | χνούδια |
| Γενική | χνουδιού | χνουδιών |
| Αιτιατική | χνούδι | χνούδια |
| Κλητική | χνούδι | χνούδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →