χοάνη
•
- κατασκευή σε σχήμα χωνιού Βικιλεξικό
- κατασκευή σε σχήμα χωνιού που χρησιμεύει για την τήξη μετάλλων ή την θέρμανση άλλων υλικών Βικιλεξικό
- χωνί Βικιλεξικό
- ανατομίασωματική κοιλότητα με παρόμοιο σχήμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάμέρος όπου συγχωνεύονται και αλληλεπιδρούν διαφορετικές καταστάσεις, συνθήκες, αντιλήψεις κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χοάνη < αρχαία ελληνική χοάνη < χέω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χοάνη | χοάνες |
| Γενική | χοάνης | χοανών |
| Αιτιατική | χοάνη | χοάνες |
| Κλητική | χοάνη | χοάνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →