χωνί
•
- κωνικό σύνεργο με λεπτό στόμιο στο κάτω μέρος, για μετάγγιση υγρών σε μπουκάλια κ.λπ. Βικιλεξικό
- φυτό Βικιλεξικό
- τηλεβόας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χωνί < (καθαρεύουσα) χωνίον < μεσαιωνική ελληνική χωνίν και χωνίον < αρχαία ελληνική χώνη < χοάνη και χόανος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χωνί | χωνιά |
| Γενική | χωνιού | χωνιών |
| Αιτιατική | χωνί | χωνιά |
| Κλητική | χωνί | χωνιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →