χοληστερίνη
•
- η ακόρεστη στερόλη που κυκλοφορεί στο αίμα· προσλαμβάνεται κυρίως από τροφές πλούσιες σε ζωικά λίπη και θεωρείται υπεύθυνη για το σχηματισμό της αθηρωματικής πλάκας στις αρτηρίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χοληστερίνη < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική cholestérine < χολη- + στερ(εός) + -ίνη (< αρχαία ελληνική χολή + αρχαία ελληνική στερεός + -ίνη). Η λέξη δημιουργήθηκε το 1815 από τον Γάλλο χημικό Eugene Chevreul. βλ. και λήμμα χοληστερόλη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χοληστερίνη | χοληστερίνες |
| Γενική | χοληστερίνης | χοληστερινών |
| Αιτιατική | χοληστερίνη | χοληστερίνες |
| Κλητική | χοληστερίνη | χοληστερίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →