χολώνω
•
- κάνω κάποιον να θυμώσει, τον θυμώνω Βικιλεξικό
- πικράθηκε και χολώθηκε όταν άκουσε αυτά τα προσβλητικά λόγια
Ετυμολογία
χολώνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χολ(ῶ), συνηρημένος τύπος του χολόω + -ώνω < χολή
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χολώνω | χολώνεις | χολώνει | χολώνουμε | χολώνετε | χολώνουν / χολώνουνε |
| Παρατατικός | χόλωνα | χόλωνες | χόλωνε | χολώναμε | χολώνατε | χολώναν / χολώνανε / χόλωναν |
| Αόριστος | χόλωσα | χόλωσες | χόλωσε | χολώσαμε | χολώσατε | χολώσαν / χολώσανε / χόλωσαν |
| Μέλλοντας | θα χολώνω / θα χολώσω | θα χολώνεις / θα χολώσεις | θα χολώνει / θα χολώσει | θα χολώνουμε / θα χολώσουμε | θα χολώνετε / θα χολώσετε | θα χολώνουν / θα χολώνουνε / θα χολώσουν / θα χολώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χολώσει | έχεις χολώσει | έχει χολώσει | έχουμε χολώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χολώσει | είχες χολώσει | είχε χολώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χολώσει / να χολώνω / να χολώσω | να έχεις χολώσει / να χολώνεις / να χολώσεις | να έχει χολώσει / να χολώνει / να χολώσει | να έχουμε χολώσει / να χολώνουμε / να χολώσουμε | να χολώνετε / να χολώσετε | να χολώνουν / να χολώνουνε / να χολώσουν / να χολώσουνε |
| Προστακτική | — | χόλωνε / χόλωσε | — | — | χολώνετε / χολώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
χολώθηκαχολώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →