Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χορηγηθείς

ρήμα, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει χορηγηθεί, έχει παρασχεθεί Βικιλεξικό
    • η χορηγηθείσα άδεια παραμονής/κυκλοφορίας, το χορηγηθέν σκεύασμα, το χορηγηθέν εμβόλιο
    • άλλες μορφές: χορηγηθέντας

Ετυμολογία

χορηγηθείς < ελληνιστική κοινή μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος χορηγῶ, συνηρημένου τύπου του χορηγέω

Άλλοι τύποι

χορηγηθένχορηγηθένταχορηγηθένταςχορηγηθέντεςχορηγηθέντοςχορηγηθέντωνχορηγηθείςχορηγηθείσαχορηγηθείσαςχορηγηθείσεςχορηγηθείσηςχορηγηθεισών

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →