Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χορογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον χορογράφο ή τη χορογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χορογραφικός < χορογράφος / χορογραφία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχορογραφικόςχορογραφικήχορογραφικό
Γενικήχορογραφικούχορογραφικήςχορογραφικού
Αιτιατικήχορογραφικόχορογραφικήχορογραφικό
Κλητικήχορογραφικέχορογραφικήχορογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχορογραφικοίχορογραφικέςχορογραφικά
Γενικήχορογραφικώνχορογραφικώνχορογραφικών
Αιτιατικήχορογραφικούςχορογραφικέςχορογραφικά
Κλητικήχορογραφικοίχορογραφικέςχορογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →