Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χορογραφώ

/xo.ɾo.ɣɾaˈfo/ρήμα
•
  1. τέχνηδημιουργώ χορογραφία Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάσχεδιάζω, σκηνοθετώ, ενορχηστρώνω μία κατάσταση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χορογραφώ < λόγιο ενδογενές δάνειο: λόγιο δάνειο από τη γαλλική chorégraphier^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) < αρχαία ελληνική χορός + γράφω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςχορογραφώχορογραφείςχορογραφείχορογραφούμεχορογραφείτεχορογραφούν / χορογραφούνε
Παρατατικόςχορογραφούσαχορογραφούσεςχορογραφούσεχορογραφούσαμεχορογραφούσατεχορογραφούσαν / χορογραφούσανε
Αόριστοςχορογράφησαχορογράφησεςχορογράφησεχορογραφήσαμεχορογραφήσατεχορογράφησαν / χορογραφήσαν / χορογραφήσανε
Μέλλονταςθα χορογραφήσω / θα χορογραφώθα χορογραφήσεις / θα χορογραφείςθα χορογραφήσει / θα χορογραφείθα χορογραφήσουμε / θα χορογραφούμεθα χορογραφήσετε / θα χορογραφείτεθα χορογραφήσουν / θα χορογραφήσουνε / θα χορογραφούν / θα χορογραφούνε
Παρακείμενοςέχω χορογραφήσειέχεις χορογραφήσειέχει χορογραφήσειέχουμε χορογραφήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα χορογραφήσειείχες χορογραφήσειείχε χορογραφήσει———
Υποτακτικήνα έχω χορογραφήσει / να χορογραφήσω / να χορογραφώνα έχεις χορογραφήσει / να χορογραφήσεις / να χορογραφείςνα έχει χορογραφήσει / να χορογραφήσει / να χορογραφείνα έχουμε χορογραφήσει / να χορογραφήσουμε / να χορογραφούμενα χορογραφήσετε / να χορογραφείτενα χορογραφήσουν / να χορογραφήσουνε / να χορογραφούν / να χορογραφούνε
Προστακτική—έχε χορογραφημένο / χορογράφησε——χορογραφήστε / χορογραφείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

χορογραφήθηκαχορογραφούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →