χορογραφώ
•
- τέχνηδημιουργώ χορογραφία Βικιλεξικό
- μεταφορικάσχεδιάζω, σκηνοθετώ, ενορχηστρώνω μία κατάσταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χορογραφώ < λόγιο ενδογενές δάνειο: λόγιο δάνειο από τη γαλλική chorégraphier^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) < αρχαία ελληνική χορός + γράφω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χορογραφώ | χορογραφείς | χορογραφεί | χορογραφούμε | χορογραφείτε | χορογραφούν / χορογραφούνε |
| Παρατατικός | χορογραφούσα | χορογραφούσες | χορογραφούσε | χορογραφούσαμε | χορογραφούσατε | χορογραφούσαν / χορογραφούσανε |
| Αόριστος | χορογράφησα | χορογράφησες | χορογράφησε | χορογραφήσαμε | χορογραφήσατε | χορογράφησαν / χορογραφήσαν / χορογραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα χορογραφήσω / θα χορογραφώ | θα χορογραφήσεις / θα χορογραφείς | θα χορογραφήσει / θα χορογραφεί | θα χορογραφήσουμε / θα χορογραφούμε | θα χορογραφήσετε / θα χορογραφείτε | θα χορογραφήσουν / θα χορογραφήσουνε / θα χορογραφούν / θα χορογραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω χορογραφήσει | έχεις χορογραφήσει | έχει χορογραφήσει | έχουμε χορογραφήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χορογραφήσει | είχες χορογραφήσει | είχε χορογραφήσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χορογραφήσει / να χορογραφήσω / να χορογραφώ | να έχεις χορογραφήσει / να χορογραφήσεις / να χορογραφείς | να έχει χορογραφήσει / να χορογραφήσει / να χορογραφεί | να έχουμε χορογραφήσει / να χορογραφήσουμε / να χορογραφούμε | να χορογραφήσετε / να χορογραφείτε | να χορογραφήσουν / να χορογραφήσουνε / να χορογραφούν / να χορογραφούνε |
| Προστακτική | — | έχε χορογραφημένο / χορογράφησε | — | — | χορογραφήστε / χορογραφείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
χορογραφήθηκαχορογραφούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →