Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χοροπηδάω

/xo.ɾo.piˈða.o/ρήμα
•
  1. κάνω επανειλημμένα πηδήματα επί τόπου, σαν να χορεύω Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηεκδηλώνω τη χαρά μου Βικιλεξικό
    • Χοροπηδάω απ' τη χαρά μου που κέρδισα το λαχείο!

Ετυμολογία

χοροπηδάω < χοροπηδ(ώ) + -άω < χορο- (< χορεύω) + πηδώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςχοροπηδάω / χοροπηδώχοροπηδάςχοροπηδά / χοροπηδάειχοροπηδάμε / χοροπηδούμεχοροπηδάτεχοροπηδάν / χοροπηδάνε / χοροπηδούν / χοροπηδούνε
Παρατατικόςχοροπήδαγα / χοροπηδούσαχοροπήδαγες / χοροπηδούσεςχοροπήδαγε / χοροπηδούσεχοροπηδάγαμε / χοροπηδούσαμεχοροπηδάγατε / χοροπηδούσατεχοροπήδαγαν / χοροπηδάγανε / χοροπηδούσαν / χοροπηδούσανε
Αόριστοςχοροπήδησαχοροπήδησεςχοροπήδησεχοροπηδήσαμεχοροπηδήσατεχοροπήδησαν / χοροπηδήσαν
Μέλλονταςθα χοροπηδάω / θα χοροπηδήσω / θα χοροπηδώθα χοροπηδάς / θα χοροπηδήσειςθα χοροπηδά / θα χοροπηδάει / θα χοροπηδήσειθα χοροπηδάμε / θα χοροπηδήσουμε / θα χοροπηδούμεθα χοροπηδάτε / θα χοροπηδήσετεθα χοροπηδάν / θα χοροπηδάνε / θα χοροπηδούν / θα χοροπηδούνε
Υποτακτικήνα χοροπηδάω / να χοροπηδήσω / να χοροπηδώνα χοροπηδάς / να χοροπηδήσειςνα χοροπηδά / να χοροπηδάει / να χοροπηδήσεινα χοροπηδάμε / να χοροπηδήσουμε / να χοροπηδούμενα χοροπηδάτε / να χοροπηδήσετενα χοροπηδάν / να χοροπηδάνε / να χοροπηδούν / να χοροπηδούνε
Προστακτική—χοροπήδα / χοροπήδαγε / χοροπήδησε——χοροπηδάτε / χοροπηδήστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →