χοροπηδάω
•
- κάνω επανειλημμένα πηδήματα επί τόπου, σαν να χορεύω Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηεκδηλώνω τη χαρά μου Βικιλεξικό
- Χοροπηδάω απ' τη χαρά μου που κέρδισα το λαχείο!
Ετυμολογία
χοροπηδάω < χοροπηδ(ώ) + -άω < χορο- (< χορεύω) + πηδώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χοροπηδάω / χοροπηδώ | χοροπηδάς | χοροπηδά / χοροπηδάει | χοροπηδάμε / χοροπηδούμε | χοροπηδάτε | χοροπηδάν / χοροπηδάνε / χοροπηδούν / χοροπηδούνε |
| Παρατατικός | χοροπήδαγα / χοροπηδούσα | χοροπήδαγες / χοροπηδούσες | χοροπήδαγε / χοροπηδούσε | χοροπηδάγαμε / χοροπηδούσαμε | χοροπηδάγατε / χοροπηδούσατε | χοροπήδαγαν / χοροπηδάγανε / χοροπηδούσαν / χοροπηδούσανε |
| Αόριστος | χοροπήδησα | χοροπήδησες | χοροπήδησε | χοροπηδήσαμε | χοροπηδήσατε | χοροπήδησαν / χοροπηδήσαν |
| Μέλλοντας | θα χοροπηδάω / θα χοροπηδήσω / θα χοροπηδώ | θα χοροπηδάς / θα χοροπηδήσεις | θα χοροπηδά / θα χοροπηδάει / θα χοροπηδήσει | θα χοροπηδάμε / θα χοροπηδήσουμε / θα χοροπηδούμε | θα χοροπηδάτε / θα χοροπηδήσετε | θα χοροπηδάν / θα χοροπηδάνε / θα χοροπηδούν / θα χοροπηδούνε |
| Υποτακτική | να χοροπηδάω / να χοροπηδήσω / να χοροπηδώ | να χοροπηδάς / να χοροπηδήσεις | να χοροπηδά / να χοροπηδάει / να χοροπηδήσει | να χοροπηδάμε / να χοροπηδήσουμε / να χοροπηδούμε | να χοροπηδάτε / να χοροπηδήσετε | να χοροπηδάν / να χοροπηδάνε / να χοροπηδούν / να χοροπηδούνε |
| Προστακτική | — | χοροπήδα / χοροπήδαγε / χοροπήδησε | — | — | χοροπηδάτε / χοροπηδήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →