χορταστικός
•
- που ικανοποιεί την πείνα κάποιου Βικιλεξικό
- που προσφέρει ικανοποίηση κι απόλαυση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χορταστικός < χορτασ- (< χόρτασ-α, αόριστος του χορταίνω) + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χορταστικός | χορταστική | χορταστικό |
| Γενική | χορταστικού | χορταστικής | χορταστικού |
| Αιτιατική | χορταστικό | χορταστική | χορταστικό |
| Κλητική | χορταστικέ | χορταστική | χορταστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χορταστικοί | χορταστικές | χορταστικά |
| Γενική | χορταστικών | χορταστικών | χορταστικών |
| Αιτιατική | χορταστικούς | χορταστικές | χορταστικά |
| Κλητική | χορταστικοί | χορταστικές | χορταστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →