Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χορταστικός

/xoɾ.ta.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ικανοποιεί την πείνα κάποιου Βικιλεξικό
  2. που προσφέρει ικανοποίηση κι απόλαυση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χορταστικός < χορτασ- (< χόρτασ-α, αόριστος του χορταίνω) + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχορταστικόςχορταστικήχορταστικό
Γενικήχορταστικούχορταστικήςχορταστικού
Αιτιατικήχορταστικόχορταστικήχορταστικό
Κλητικήχορταστικέχορταστικήχορταστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχορταστικοίχορταστικέςχορταστικά
Γενικήχορταστικώνχορταστικώνχορταστικών
Αιτιατικήχορταστικούςχορταστικέςχορταστικά
Κλητικήχορταστικοίχορταστικέςχορταστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →