Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χορταίνω

/xoɾˈte.no/ρήμα
•
  1. μεταβατικόπροσφέρω σε κάποιον αρκετή τροφή ώστε να μη νιώθει πια το αίσθημα της πείνας Βικιλεξικό
  2. αμετάβατοκαταναλώνω αρκετή τροφή ώστε να μη νιώθω πια το αίσθημα της πείνας Βικιλεξικό
    • Δεν θέλω άλλο φαγητό, χόρτασα.
    • (με αιτιατική, για να δηλωθεί αυτό που προσφέρει το αίσθημα της ικανοποίησης)
  3. μεταφορικάγια να δηλωθεί γενικότερα το αίσθημα της ικανοποίησης, του κορεσμού Βικιλεξικό
    • Χορτάσαμε γκολ στο χτεσινό αγώνα. Το τελικό σκορ ήταν 6-6!
    • Χόρτασε το μάτι μου θάλασσα φέτος το καλοκαίρι.
  4. με άρνησηγια να δηλωθεί με επίταση η συνεχής χαρά που φέρνει κάτι Βικιλεξικό
    • Δεν χορταίνεις να τον ακούς όταν παίζει μουσική.

Ετυμολογία

χορταίνω < μεσαιωνική ελληνική χορταίνω < αρχαία ελληνική χορτάζω (τρέφω), με μεταπλασμό σε -αίνω < χόρτος.

Άλλοι τύποι

χορτάσωχορτασμένοςχόρταιναχόρτασα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →