χόρτο
•
- βλάστηση άσημη, χωρίς καρπούς, με λεπτό μίσχο και μικρά φυλλαράκια Βικιλεξικό
- Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους∙ ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο (Γιώρτος Σεφέρης, Ο τελευταίος σταθμός)
- οικείοτο χασίσι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χόρτο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χόρτον < αρχαία ελληνική χόρτος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χόρτο | χόρτα |
| Γενική | χόρτου | χόρτων |
| Αιτιατική | χόρτο | χόρτα |
| Κλητική | χόρτο | χόρτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →