Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χόρτο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. βλάστηση άσημη, χωρίς καρπούς, με λεπτό μίσχο και μικρά φυλλαράκια Βικιλεξικό
    • Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους∙ ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο (Γιώρτος Σεφέρης, Ο τελευταίος σταθμός)
  2. οικείοτο χασίσι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χόρτο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χόρτον < αρχαία ελληνική χόρτος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχόρτοχόρτα
Γενικήχόρτουχόρτων
Αιτιατικήχόρτοχόρτα
Κλητικήχόρτοχόρτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →