χορτοφαγικός
•
- που σχετίζεται με τη χορτοφαγία ή αναφέρεται σε αυτήν Βικιλεξικό
- Το φαγητό ήταν υπέροχο, όπως και χτες. Ωμή σαλάτα, ο ζωμός από τα σιγοβρασμένα όσπρια κι από κάτω ο πολτός των οσπρίων, με καυτερή πιπερίτσα, ρίγανη κ.α. μυρωδικά. Με τόσο νόστιμα χορτοφαγικά γεύματα, και κρεοφάγος αν ήσουν, θα εγκατέλειπες για πάντα την κρεοφαγία. (Ευάγγελος Γράψας, Ο Αχρημάς - Μέρος 1, Ο Καλαμάνθρωπος και τα Μαγικά Χαλιά του, εκδ. Ακακία, 2011 https://www.google.gr/books/edition/%CE%9F_%CE%91%CF%87%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%AC%CF%82_%CE%9C%CE%AD%CF%81%CE%BF%CF%82_1/2ry0BgAAQBAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%22%CF%87%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%BF%CF%86%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AC%22&pg=PT39&printsec=frontcover)
Ετυμολογία
χορτοφαγικός (μαρτυρείται από το 1891) < χορτοφαγ(ία) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χορτοφαγικός | χορτοφαγική | χορτοφαγικό |
| Γενική | χορτοφαγικού | χορτοφαγικής | χορτοφαγικού |
| Αιτιατική | χορτοφαγικό | χορτοφαγική | χορτοφαγικό |
| Κλητική | χορτοφαγικέ | χορτοφαγική | χορτοφαγικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χορτοφαγικοί | χορτοφαγικές | χορτοφαγικά |
| Γενική | χορτοφαγικών | χορτοφαγικών | χορτοφαγικών |
| Αιτιατική | χορτοφαγικούς | χορτοφαγικές | χορτοφαγικά |
| Κλητική | χορτοφαγικοί | χορτοφαγικές | χορτοφαγικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →