Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ωμοφαγικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη ωμοφαγία Βικιλεξικό
    • Διάβασε στην επόμενη σελίδα το πλάνο της ωμοφαγικής δίαιτας. Έτοιμο ωμοφαγικό μενού - Απλά, εύκολα γεύματα χωρίς μαγείρεμα! (Η ωμοφαγική δίαιτα των διασήμων!, WomenOnly, 14/09/2016, womenonly.gr https://www.womenonly.gr/wellbeing/diatrofi/130149881/i-omofagiki-diaita-ton-diasimon#goog_rewarded)

Ετυμολογία

ωμοφαγικός (νεολογισμός) < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική omophagic. Μορφολογικά αναλύεται σε ωμοφαγ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήωμοφαγικόςωμοφαγικήωμοφαγικό
Γενικήωμοφαγικούωμοφαγικήςωμοφαγικού
Αιτιατικήωμοφαγικόωμοφαγικήωμοφαγικό
Κλητικήωμοφαγικέωμοφαγικήωμοφαγικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήωμοφαγικοίωμοφαγικέςωμοφαγικά
Γενικήωμοφαγικώνωμοφαγικώνωμοφαγικών
Αιτιατικήωμοφαγικούςωμοφαγικέςωμοφαγικά
Κλητικήωμοφαγικοίωμοφαγικέςωμοφαγικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →