χουζουρεύω
•
- παραμένω αραχτός στο κρεβάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χουζουρεύω < χουζούρ(ι) + -εύω < τουρκική huzur + -ούρι < αραβική حضور (ḥuḍūr)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χουζουρεύω | χουζουρεύεις | χουζουρεύει | χουζουρεύουμε | χουζουρεύετε | χουζουρεύουν / χουζουρεύουνε |
| Παρατατικός | χουζούρευα | χουζούρευες | χουζούρευε | χουζουρεύαμε | χουζουρεύατε | χουζουρεύαν / χουζουρεύανε / χουζούρευαν |
| Αόριστος | χουζούρεψα | χουζούρεψες | χουζούρεψε | χουζουρέψαμε | χουζουρέψατε | χουζουρέψαν / χουζουρέψανε / χουζούρεψαν |
| Μέλλοντας | θα χουζουρέψω / θα χουζουρεύω | θα χουζουρέψεις / θα χουζουρεύεις | θα χουζουρέψει / θα χουζουρεύει | θα χουζουρέψουμε / θα χουζουρεύουμε | θα χουζουρέψετε / θα χουζουρεύετε | θα χουζουρέψουν / θα χουζουρέψουνε / θα χουζουρεύουν / θα χουζουρεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω χουζουρέψει | έχεις χουζουρέψει | έχει χουζουρέψει | έχουμε χουζουρέψει | έχετε χουζουρέψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χουζουρέψει | είχες χουζουρέψει | είχε χουζουρέψει | είχαμε χουζουρέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χουζουρέψει / να χουζουρέψω / να χουζουρεύω | να έχεις χουζουρέψει / να χουζουρέψεις / να χουζουρεύεις | να έχει χουζουρέψει / να χουζουρέψει / να χουζουρεύει | να έχουμε χουζουρέψει / να χουζουρέψουμε / να χουζουρεύουμε | να έχετε χουζουρέψει / να χουζουρέψετε / να χουζουρεύετε | να χουζουρέψουν / να χουζουρέψουνε / να χουζουρεύουν / να χουζουρεύουνε |
| Προστακτική | — | χουζούρευε / χουζούρεψε | — | — | χουζουρέψτε / χουζουρεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →