χουζούρι
•
- το να ξεκουράζεται κάποιος τεμπελιάζοντας και να απολαμβάνει την κατάσταση αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χουζούρι < (άμεσο δάνειο) τουρκική huzur (ξεκούραση) + -ι < αραβική حضور (ḥuḍūr)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χουζούρι | χουζούρια |
| Γενική | χουζουριού | χουζουριών |
| Αιτιατική | χουζούρι | χουζούρια |
| Κλητική | χουζούρι | χουζούρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →