χουζούρης
•
- αυτός που του αρέσει ή έχει τώρα διάθεση για χουζούρεμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χουζούρης < χουζούρ(ι) + -ης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χουζούρης | χουζούρηδες |
| Γενική | χουζούρη | χουζούρηδων |
| Αιτιατική | χουζούρη | χουζούρηδες |
| Κλητική | χουζούρη | χουζούρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →