Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χουμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον χούμο, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον περιέχει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χουμικός < χούμ(ος) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχουμικόςχουμικήχουμικό
Γενικήχουμικούχουμικήςχουμικού
Αιτιατικήχουμικόχουμικήχουμικό
Κλητικήχουμικέχουμικήχουμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχουμικοίχουμικέςχουμικά
Γενικήχουμικώνχουμικώνχουμικών
Αιτιατικήχουμικούςχουμικέςχουμικά
Κλητικήχουμικοίχουμικέςχουμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →