χουμικός
•
- που έχει σχέση με τον χούμο, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον περιέχει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χουμικός < χούμ(ος) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χουμικός | χουμική | χουμικό |
| Γενική | χουμικού | χουμικής | χουμικού |
| Αιτιατική | χουμικό | χουμική | χουμικό |
| Κλητική | χουμικέ | χουμική | χουμικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χουμικοί | χουμικές | χουμικά |
| Γενική | χουμικών | χουμικών | χουμικών |
| Αιτιατική | χουμικούς | χουμικές | χουμικά |
| Κλητική | χουμικοί | χουμικές | χουμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →