χούμος
•
- βοτανικήειδικό φυτόχωμα που περιλαμβάνει υπολείμματα φυτών, τροφών κ.ά. και χρησιμοποιείται και ως λίπασμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χούμος < (άμεσο δάνειο) νεολατινική humus < λατινική humus (χώμα) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰéǵʰōm (γη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χούμος | χούμοι |
| Γενική | χούμου | χούμων |
| Αιτιατική | χούμο | χούμους |
| Κλητική | χούμε | χούμοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →