χουφτώνω
•
- αγγίζω (σεξουαλικά), ιδίως με ολόκληρη τη χούφτα μου Βικιλεξικό
- Κάποια στιγμή με στρίμωχνε και προσπαθούσε να με χουφτώσει. Η αντίστασή μου της έσπαγε τα νεύρα. Άρχισα τελικά να θεωρώ το μπαλαμούτι αναπόσπαστο κομμάτι της φιλίας μας. (Αμάντα Μιχαλοπούλου, Πώς να κρυφτείς, εκδ. Καστανιώτη, 2010)
- μεταφορικάκλέβω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χουφτώνω < χούφτα + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χουφτώνω | χουφτώνεις | χουφτώνει | χουφτώνουμε | χουφτώνετε | χουφτώνουν / χουφτώνουνε |
| Παρατατικός | χούφτωνα | χούφτωνες | χούφτωνε | χουφτώναμε | χουφτώνατε | χουφτώναν / χουφτώνανε / χούφτωναν |
| Αόριστος | χούφτωσα | χούφτωσες | χούφτωσε | χουφτώσαμε | χουφτώσατε | χουφτώσαν / χουφτώσανε / χούφτωσαν |
| Μέλλοντας | θα χουφτώνω / θα χουφτώσω | θα χουφτώνεις / θα χουφτώσεις | θα χουφτώνει / θα χουφτώσει | θα χουφτώνουμε / θα χουφτώσουμε | θα χουφτώνετε / θα χουφτώσετε | θα χουφτώνουν / θα χουφτώνουνε / θα χουφτώσουν / θα χουφτώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χουφτώσει | έχεις χουφτώσει | έχει χουφτώσει | έχουμε χουφτώσει | έχετε χουφτώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χουφτώσει | είχες χουφτώσει | είχε χουφτώσει | είχαμε χουφτώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χουφτώσει / να χουφτώνω / να χουφτώσω | να έχεις χουφτώσει / να χουφτώνεις / να χουφτώσεις | να έχει χουφτώσει / να χουφτώνει / να χουφτώσει | να έχουμε χουφτώσει / να χουφτώνουμε / να χουφτώσουμε | να έχετε χουφτώσει / να χουφτώνετε / να χουφτώσετε | να χουφτώνουν / να χουφτώνουνε / να χουφτώσουν / να χουφτώσουνε |
| Προστακτική | — | χούφτωνε / χούφτωσε | — | — | χουφτώνετε / χουφτώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →