Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χουφτώνω

/xuˈfto.no/ρήμα
•
  1. αγγίζω (σεξουαλικά), ιδίως με ολόκληρη τη χούφτα μου Βικιλεξικό
    • Κάποια στιγμή με στρίμωχνε και προσπαθούσε να με χουφτώσει. Η αντίστασή μου της έσπαγε τα νεύρα. Άρχισα τελικά να θεωρώ το μπαλαμούτι αναπόσπαστο κομμάτι της φιλίας μας. (Αμάντα Μιχαλοπούλου, Πώς να κρυφτείς, εκδ. Καστανιώτη, 2010)
  2. μεταφορικάκλέβω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χουφτώνω < χούφτα + -ώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςχουφτώνωχουφτώνειςχουφτώνειχουφτώνουμεχουφτώνετεχουφτώνουν / χουφτώνουνε
Παρατατικόςχούφτωναχούφτωνεςχούφτωνεχουφτώναμεχουφτώνατεχουφτώναν / χουφτώνανε / χούφτωναν
Αόριστοςχούφτωσαχούφτωσεςχούφτωσεχουφτώσαμεχουφτώσατεχουφτώσαν / χουφτώσανε / χούφτωσαν
Μέλλονταςθα χουφτώνω / θα χουφτώσωθα χουφτώνεις / θα χουφτώσειςθα χουφτώνει / θα χουφτώσειθα χουφτώνουμε / θα χουφτώσουμεθα χουφτώνετε / θα χουφτώσετεθα χουφτώνουν / θα χουφτώνουνε / θα χουφτώσουν / θα χουφτώσουνε
Παρακείμενοςέχω χουφτώσειέχεις χουφτώσειέχει χουφτώσειέχουμε χουφτώσειέχετε χουφτώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα χουφτώσειείχες χουφτώσειείχε χουφτώσειείχαμε χουφτώσει——
Υποτακτικήνα έχω χουφτώσει / να χουφτώνω / να χουφτώσωνα έχεις χουφτώσει / να χουφτώνεις / να χουφτώσειςνα έχει χουφτώσει / να χουφτώνει / να χουφτώσεινα έχουμε χουφτώσει / να χουφτώνουμε / να χουφτώσουμενα έχετε χουφτώσει / να χουφτώνετε / να χουφτώσετενα χουφτώνουν / να χουφτώνουνε / να χουφτώσουν / να χουφτώσουνε
Προστακτική—χούφτωνε / χούφτωσε——χουφτώνετε / χουφτώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →