χουχουλιάζω
•
- οικείοφυσάω κάτι με την ανάσα μου (για να το ζεστάνω) Βικιλεξικό
- οικείοείμαι ξαπλωμένος με τρόπο νωχελικό σε τόπο ζεστό και αράζω ή ξεκουράζομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χουχουλιάζω < (ηχομιμητική λέξη)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χουχουλιάζω | χουχουλιάζεις | χουχουλιάζει | χουχουλιάζουμε | χουχουλιάζετε | χουχουλιάζουν / χουχουλιάζουνε |
| Παρατατικός | χουχούλιαζα | χουχούλιαζες | χουχούλιαζε | χουχουλιάζαμε | χουχουλιάζατε | χουχουλιάζαν / χουχουλιάζανε / χουχούλιαζαν |
| Αόριστος | χουχούλιασα | χουχούλιασες | χουχούλιασε | χουχουλιάσαμε | χουχουλιάσατε | χουχουλιάσαν / χουχουλιάσανε / χουχούλιασαν |
| Μέλλοντας | θα χουχουλιάζω / θα χουχουλιάσω | θα χουχουλιάζεις / θα χουχουλιάσεις | θα χουχουλιάζει / θα χουχουλιάσει | θα χουχουλιάζουμε / θα χουχουλιάσουμε | θα χουχουλιάζετε / θα χουχουλιάσετε | θα χουχουλιάζουν / θα χουχουλιάζουνε / θα χουχουλιάσουν / θα χουχουλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χουχουλιάσει | έχεις χουχουλιάσει | έχει χουχουλιάσει | έχουμε χουχουλιάσει | έχετε χουχουλιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χουχουλιάσει | είχες χουχουλιάσει | είχε χουχουλιάσει | είχαμε χουχουλιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χουχουλιάσει / να χουχουλιάζω / να χουχουλιάσω | να έχεις χουχουλιάσει / να χουχουλιάζεις / να χουχουλιάσεις | να έχει χουχουλιάσει / να χουχουλιάζει / να χουχουλιάσει | να έχουμε χουχουλιάσει / να χουχουλιάζουμε / να χουχουλιάσουμε | να έχετε χουχουλιάσει / να χουχουλιάζετε / να χουχουλιάσετε | να χουχουλιάζουν / να χουχουλιάζουνε / να χουχουλιάσουν / να χουχουλιάσουνε |
| Προστακτική | — | χουχούλιαζε / χουχούλιασε | — | — | χουχουλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
χουχουλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →