Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χουχουλιάρικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σε βοηθά να χουχουλιάζεις Βικιλεξικό
  2. που μέσα του χουχουλιάζεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χουχουλιάρικος < χουχουλιάρης + -ικος < χουχουλιάζω + -ρης < (ηχομιμητική λέξη)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχουχουλιάρικοςχουχουλιάρικηχουχουλιάρικο
Γενικήχουχουλιάρικουχουχουλιάρικηςχουχουλιάρικου
Αιτιατικήχουχουλιάρικοχουχουλιάρικηχουχουλιάρικο
Κλητικήχουχουλιάρικεχουχουλιάρικηχουχουλιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχουχουλιάρικοιχουχουλιάρικεςχουχουλιάρικα
Γενικήχουχουλιάρικωνχουχουλιάρικωνχουχουλιάρικων
Αιτιατικήχουχουλιάρικουςχουχουλιάρικεςχουχουλιάρικα
Κλητικήχουχουλιάρικοιχουχουλιάρικεςχουχουλιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →