Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χοϊκός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι φτιαγμένος από χώμα Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηυλικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χοϊκός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική χοῦς < χέω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχοϊκόςχοϊκήχοϊκό
Γενικήχοϊκούχοϊκήςχοϊκού
Αιτιατικήχοϊκόχοϊκήχοϊκό
Κλητικήχοϊκέχοϊκήχοϊκό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχοϊκοίχοϊκέςχοϊκά
Γενικήχοϊκώνχοϊκώνχοϊκών
Αιτιατικήχοϊκούςχοϊκέςχοϊκά
Κλητικήχοϊκοίχοϊκέςχοϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →