Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χούφτα

/ˈxu.fta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ανθρώπινο σώματο εσωτερικό της παλάμης Βικιλεξικό
    • […] εσένα μικρή έχουν μελανιάσει οι χούφτες και τα χείλια σου, τα δάχτυλά σου έχουν φαφατιάσει καλέεε, θα αρρωστήσεις απο τις αμυγδαλές σου και δε θα την ξαναδείς τη θάλασσα πιά.
    • Βασιλική Καλογεροπούλου, Τα μπάνια του λαού και τα… κερασάκια, Πάμισος-Μεσσήνη, 26/7/2021 http://pamisos-messini.gr/articles/%CF%84%CE%B1-%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%B1-%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%B9%CE%B1/
  2. κατ’ επέκτασηποσότητα που χωρά στο εσωτερικό της παλάμης Βικιλεξικό
    • Έπιασε με το χέρι του μια χούφτα χαρτοπόλεμο και την πέταξε ψηλά.
  3. μεταφορικάμικρός αριθμός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χούφτα < φούχτα (με αντιμετάθεση συμφώνων)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχούφταχούφτες
Γενικήχούφταςχουφτών
Αιτιατικήχούφταχούφτες
Κλητικήχούφταχούφτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →