Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρεολυτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το χρεολύσιο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χρεολυτικός < χρεολύσιο + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχρεολυτικόςχρεολυτικήχρεολυτικό
Γενικήχρεολυτικούχρεολυτικήςχρεολυτικού
Αιτιατικήχρεολυτικόχρεολυτικήχρεολυτικό
Κλητικήχρεολυτικέχρεολυτικήχρεολυτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχρεολυτικοίχρεολυτικέςχρεολυτικά
Γενικήχρεολυτικώνχρεολυτικώνχρεολυτικών
Αιτιατικήχρεολυτικούςχρεολυτικέςχρεολυτικά
Κλητικήχρεολυτικοίχρεολυτικέςχρεολυτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →