χρεολυτικός
•
- που έχει σχέση με το χρεολύσιο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρεολυτικός < χρεολύσιο + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χρεολυτικός | χρεολυτική | χρεολυτικό |
| Γενική | χρεολυτικού | χρεολυτικής | χρεολυτικού |
| Αιτιατική | χρεολυτικό | χρεολυτική | χρεολυτικό |
| Κλητική | χρεολυτικέ | χρεολυτική | χρεολυτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χρεολυτικοί | χρεολυτικές | χρεολυτικά |
| Γενική | χρεολυτικών | χρεολυτικών | χρεολυτικών |
| Αιτιατική | χρεολυτικούς | χρεολυτικές | χρεολυτικά |
| Κλητική | χρεολυτικοί | χρεολυτικές | χρεολυτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →