χριστιανός
•
- ο πιστός μιας από τις χριστιανικές εκκλησίες Βικιλεξικό
- Ο Πάνος Ανατολίτης είναι χριστιανός από τη Γεωργία, πωλείται σκλάβος στην Κωνσταντινούπολη σε έναν καπιτζίμπαση (αρχιθυρωρό του παλατιού) -άγνωστο πότε, αλλά μια υπόθεση θα ήταν πως είχε αιχμαλωτισθεί κατά τη διάρκεια του ρωσο-οθωμανικού πολέμου του 1806-1812· ύστερα, πάλι χωρίς σαφή χρονικό προσδιορισμό, βρίσκεται στη Χίο «ζων χριστιανός», δηλαδή ραγιάς αλλά όχι σκλάβος.
- υπώνυμα: ορθόδοξος, καθολικός, διαμαρτυρόμενος
- που εφαρμόζει τη διδασκαλία του Χριστού Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάο άνθρωπος Βικιλεξικό
- Τι λες/θέλεις/κάνεις (εκεί), χριστιανέ μου!;
- Τι να κάνει άραγε αυτός ο χριστιανός;
Ετυμολογία
χριστιανός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χριστιανός < ελληνιστική κοινή χριστιανός Χριστός < αρχαία ελληνική χριστός < χρίω σημασιολογικό δάνειο από την αραμαϊκή μεσσίας)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χριστιανός | χριστιανοί |
| Γενική | χριστιανού | χριστιανών |
| Αιτιατική | χριστιανό | χριστιανούς |
| Κλητική | χριστιανέ | χριστιανοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →