Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρονίζω

/xɾoˈni.zo/ρήμα
•
  1. γίνομαι ενός έτους, κλείνω ένα χρόνο ζωής Βικιλεξικό
    • Χρόνισε κιόλας το παιδί; Να σας ζήσει!
    • Δεν το πιστεύω ότι χρόνισε αυτή η κυβέρνηση!
  2. καθυστερώ Βικιλεξικό
  3. γενικότερατραβάω σε μάκρος, χωρίς να υπάρχει εξέλιξη Βικιλεξικό
    • Άντε ρε παιδιά, πάρτε μια απόφαση να ξεμπερδεύουμε. Χρονίσαμε εδώ πέρα.

Ετυμολογία

χρονίζω < :* για τη σημασία «κλείνω χρόνο» < χρόν(ος) (στη σημασία: έτος) + -ίζω :* για τη σημασία «διαρκώ πολύ χρόνο» < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χρονίζω < χρόνος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςχρονίζωχρονίζειςχρονίζειχρονίζουμεχρονίζετεχρονίζουν / χρονίζουνε
Παρατατικόςχρόνιζαχρόνιζεςχρόνιζεχρονίζαμεχρονίζατεχρονίζαν / χρονίζανε / χρόνιζαν
Αόριστοςχρόνισαχρόνισεςχρόνισεχρονίσαμεχρονίσατεχρονίσαν / χρονίσανε / χρόνισαν
Μέλλονταςθα χρονίζω / θα χρονίσωθα χρονίζεις / θα χρονίσειςθα χρονίζει / θα χρονίσειθα χρονίζουμε / θα χρονίσουμεθα χρονίζετε / θα χρονίσετεθα χρονίζουν / θα χρονίζουνε / θα χρονίσουν / θα χρονίσουνε
Παρακείμενοςέχω χρονίσειέχεις χρονίσειέχει χρονίσειέχουμε χρονίσειέχετε χρονίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα χρονίσειείχες χρονίσειείχε χρονίσειείχαμε χρονίσει——
Υποτακτικήνα έχω χρονίσει / να χρονίζω / να χρονίσωνα έχεις χρονίσει / να χρονίζεις / να χρονίσειςνα έχει χρονίσει / να χρονίζει / να χρονίσεινα έχουμε χρονίσει / να χρονίζουμε / να χρονίσουμενα έχετε χρονίσει / να χρονίζετε / να χρονίσετενα χρονίζουν / να χρονίζουνε / να χρονίσουν / να χρονίσουνε
Προστακτική—χρόνιζε / χρόνισε——χρονίζετε / χρονίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →