χρονίζω
•
- γίνομαι ενός έτους, κλείνω ένα χρόνο ζωής Βικιλεξικό
- Χρόνισε κιόλας το παιδί; Να σας ζήσει!
- Δεν το πιστεύω ότι χρόνισε αυτή η κυβέρνηση!
- καθυστερώ Βικιλεξικό
- γενικότερατραβάω σε μάκρος, χωρίς να υπάρχει εξέλιξη Βικιλεξικό
- Άντε ρε παιδιά, πάρτε μια απόφαση να ξεμπερδεύουμε. Χρονίσαμε εδώ πέρα.
Ετυμολογία
χρονίζω < :* για τη σημασία «κλείνω χρόνο» < χρόν(ος) (στη σημασία: έτος) + -ίζω :* για τη σημασία «διαρκώ πολύ χρόνο» < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χρονίζω < χρόνος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χρονίζω | χρονίζεις | χρονίζει | χρονίζουμε | χρονίζετε | χρονίζουν / χρονίζουνε |
| Παρατατικός | χρόνιζα | χρόνιζες | χρόνιζε | χρονίζαμε | χρονίζατε | χρονίζαν / χρονίζανε / χρόνιζαν |
| Αόριστος | χρόνισα | χρόνισες | χρόνισε | χρονίσαμε | χρονίσατε | χρονίσαν / χρονίσανε / χρόνισαν |
| Μέλλοντας | θα χρονίζω / θα χρονίσω | θα χρονίζεις / θα χρονίσεις | θα χρονίζει / θα χρονίσει | θα χρονίζουμε / θα χρονίσουμε | θα χρονίζετε / θα χρονίσετε | θα χρονίζουν / θα χρονίζουνε / θα χρονίσουν / θα χρονίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χρονίσει | έχεις χρονίσει | έχει χρονίσει | έχουμε χρονίσει | έχετε χρονίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χρονίσει | είχες χρονίσει | είχε χρονίσει | είχαμε χρονίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χρονίσει / να χρονίζω / να χρονίσω | να έχεις χρονίσει / να χρονίζεις / να χρονίσεις | να έχει χρονίσει / να χρονίζει / να χρονίσει | να έχουμε χρονίσει / να χρονίζουμε / να χρονίσουμε | να έχετε χρονίσει / να χρονίζετε / να χρονίσετε | να χρονίζουν / να χρονίζουνε / να χρονίσουν / να χρονίσουνε |
| Προστακτική | — | χρόνιζε / χρόνισε | — | — | χρονίζετε / χρονίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →