χρονιάτικος
•
- σχετικός με έναν χρόνο Βικιλεξικό
- το χρονιάτικο: ο μισθός ενός χρόνου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρονιάτικος < χρόνος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χρονιάτικος | χρονιάτικη | χρονιάτικο |
| Γενική | χρονιάτικου | χρονιάτικης | χρονιάτικου |
| Αιτιατική | χρονιάτικο | χρονιάτικη | χρονιάτικο |
| Κλητική | χρονιάτικε | χρονιάτικη | χρονιάτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χρονιάτικοι | χρονιάτικες | χρονιάτικα |
| Γενική | χρονιάτικων | χρονιάτικων | χρονιάτικων |
| Αιτιατική | χρονιάτικους | χρονιάτικες | χρονιάτικα |
| Κλητική | χρονιάτικοι | χρονιάτικες | χρονιάτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →