χρονομέτρηση
•
- η μέτρηση του χρόνου με σχετική ή απόλυτη ακρίβεια σε σπορ ή σε δραστηριότητες που χρειάζεται κάποιος να γνωρίζει σε πόσο χρόνο έγινε κάτι Βικιλεξικό
- Οι συμμετέχοντες ντύθηκαν με στολές του Άγιου Βασίλη και διέσχισαν μια διαδρομή 2,5 χλμ., χωρίς χρονομέτρηση και ανταγωνισμό. (*)
Ετυμολογία
χρονομέτρηση < χρονομετρώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χρονομέτρηση | χρονομετρήσεις |
| Γενική | χρονομέτρησης | χρονομετρήσεων |
| Αιτιατική | χρονομέτρηση | χρονομετρήσεις |
| Κλητική | χρονομέτρηση | χρονομετρήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →